Στοιχεία και πρόληψη για τον καρκίνο του παχέος εντέρου


Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι ο πιο κοινός καρκίνος στην Ευρώπη και ο 3ος σε συχνότητα παγκοσμίως. Αποτελεί το 10% περίπου όλων των τύπων καρκίνου, ενώ είναι η δεύτερη πιο συνηθισμένη αιτία θανάτου από καρκίνο στον κόσμο (στοιχεία από το Διεθνή Οργανισμό Υγείας, 2023). 

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι πιο συχνός σε άνδρες παρά σε γυναίκες. Στην Ευρώπη, περίπου 1 στους 20 άνδρες και περίπου 1 στις 35 γυναίκες θα αναπτύξουν καρκίνο του παχέος εντέρου σε κάποια φάση της ζωής τους. Με άλλα λόγια, κάθε χρόνο, στην Ευρώπη, περίπου 35 στους 100.000 άνδρες και περίπου 25 στις 100.000 γυναίκες διαγιγνώσκονται με καρκίνο του παχέος εντέρου. Συνολικά, η συχνότητα του καρκίνου του παχέος εντέρου είναι υψηλότερη σε βιομηχανικές και αστικές περιοχές.

Οι περισσότεροι ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου είναι άνω των 60 ετών κατά τη διάγνωση, αλλά αυτός ο τύπος καρκίνου εμφανίζεται όλο και πιο συχνά σε νεότερες ηλικίες.

Ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου επηρεάζεται από πληθώρα παραγόντων κινδύνου. Οι κυριότεροι παράγοντες περιλαμβάνουν την ηλικία, κληρονομικά σύνδρομα, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, κοιλιοπυελική ακτινοβολία και επιβαρυμένο οικογενειακό ιστορικό.

Ο κίνδυνος του καρκίνου του παχέος εντέρου μπορεί να μειωθεί σημαντικά με την υιοθέτηση ενός υγιεινότερου τρόπου ζωής, ενώ οι εξετάσεις ανίχνευσης είναι απαραίτητες για την διάγνωση σε πρώιμο στάδιο.

Ειδικότερα, οι παράγοντες τρόπου ζωής που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου περιλαμβάνουν:

  • Διατροφή πλούσια σε κόκκινο κρέας (μοσχαρίσιο, αρνίσιο ή χοιρινό) και επεξεργασμένο κρέας (λουκάνικα, αλλαντικά), πλούσια σε λιπαρά και/ή φτωχή σε φυτικές ίνες.
  • Υψηλή κατανάλωση αλκοόλ.
  • Παχυσαρκία.
  • Καθιστικός τρόπος ζωής. Η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας αυξάνει τον κίνδυνο, ανεξαρτήτως του βάρους του ατόμου.
  • Διαβήτης τύπου 2, ανεξαρτήτως αν το άτομο είναι υπέρβαρο ή όχι.
  • Το κάπνισμα, το οποίο αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης μεγάλων πολυπόδων, που είναι γνωστό ότι αποτελούν ένδειξη προκαρκινικής βλάβης.

Οι εξετάσεις πρόληψης περιλαμβάνουν:

  • Κολονοσκόπηση, που έχει το πλεονέκτημα ότι είναι τόσο διαγνωστική όσο και θεραπευτική. Συνιστάται η κολονοσκόπηση να γίνεται κάθε 10 χρόνια για άτομα μέσου κινδύνου.
  • Μια εύκαμπτη σιγμοειδοσκόπηση μπορεί να είναι μια εναλλακτική για τα άτομα που δεν θέλουν να υποβληθούν σε κολονοσκόπηση, σε συνδυασμό με μια ετήσια εξέταση κοπράνων για ανίχνευση κρυφού αίματος (βλ. επόμενο σημείο).
  • Μη κολονοσκοπικές εξετάσεις που συνιστώνται σε άνδρες και γυναίκες μέσου κινδύνου. Η βέλτιστη συχνότητα εξέτασης είναι κάθε χρόνο και όχι αργότερα από κάθε τρία χρόνια. Μια κολονοσκόπηση πρέπει να διενεργείται το συντομότερο δυνατόν, όταν τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι θετικά. Η Εξέταση Ανοσοχημικών Κοπράνων (FIT) και η Εξέταση Κρυφού Αίματος Κοπράνων (FOBT) είναι οι δύο πιο συχνές αυτοεξετάσεις.

Το πιο πάνω κείμενο βασίζεται σε δεδομένα από την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ιατρικής Ογκολογίας (ESMO), τον οδηγό της ESMO και του Anti-cancer Fund για τον καρκίνο του παχέος εντέρου και της ιστοσελίδας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.